Τον κώδωνα του κινδύνου για την πορεία του παγκόσμιου χρέους και τους αυξανόμενους κινδύνους στις διεθνείς αγορές, κρούει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), προειδοποιώντας για νέα άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, υψηλότερο κόστος δανεισμού και εντεινόμενες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.
Την ίδια ώρα, η εκρηκτική χρηματοδότηση της τεχνητής νοημοσύνης, ο αυξανόμενος δανεισμός των μεγάλων εταιρειών του κλάδου και οι περίπλοκες συμφωνίες, που συνδέουν επενδύσεις με μελλοντικά έσοδα, εντείνουν τις ανησυχίες για πιθανές αναταράξεις. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι μια απότομη άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες πιέσεις στις αγορές, σε μια περίοδο κατά την οποία το παγκόσμιο δημόσιο χρέος πλησιάζει το 100% του ΑΕΠ.
Στο υψηλότερο επίπεδο από την πανδημία τα δημοσιονομικά ελλείμματα
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της έκθεσης World Economic Outlook, ο καθαρός δανεισμός των προηγμένων οικονομιών αναμένεται να φτάσει το 5,2% του ΑΕΠ το 2026, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2021, όταν η παγκόσμια οικονομία βρισκόταν ακόμη υπό την επίδραση των περιορισμών της πανδημίας.
Η επιδείνωση των δημοσιονομικών προοπτικών έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένες δαπάνες, υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Το ΔΝΤ υπογραμμίζει την ανάγκη να αποκατασταθούν τα δημοσιονομικά περιθώρια, καθώς τα υψηλά επίπεδα χρέους και το ακριβότερο κόστος δανεισμού περιορίζουν τις δυνατότητες αντίδρασης σε νέες οικονομικές αναταράξεις.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη εμφανίζεται η δημοσιονομική εικόνα των ΗΠΑ και της Κίνας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο καθαρός δανεισμός της γενικής κυβέρνησης θα ανέλθει στο 8,5% του ΑΕΠ το 2026, από 7,1% το 2025. Η πρόβλεψη αυτή περιλαμβάνει, πέρα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, και τον δανεισμό των πολιτειακών και τοπικών αρχών, γι' αυτό και διαφέρει από άλλες εκτιμήσεις που αφορούν αποκλειστικά το ομοσπονδιακό έλλειμμα.
Παράλληλα, το παγκόσμιο χρέος κινείται προς το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το τέλος της δεκαετίας, ενισχύοντας τους φόβους για την αντοχή των κρατικών προϋπολογισμών σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.
Οι αποδόσεις των ομολόγων απειλούν να πυροδοτήσουν αναταράξεις
Την ίδια στιγμή, στην έκθεση Global Financial Stability Report, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι αγορές κρατικών ομολόγων είναι ολοένα πιο ευάλωτες σε απότομες μεταβολές των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων σε αρκετές προηγμένες οικονομίες έχουν ανέλθει σε υψηλά πολλών δεκαετιών, καθώς οι αυξημένες ενεργειακές τιμές, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική επιβαρύνουν το επενδυτικό περιβάλλον.
Το Ταμείο προειδοποιεί ότι ένας νέος πληθωριστικός ή δημοσιονομικός κραδασμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και να προκαλέσει ευρύτερη αναταραχή στις αγορές.
Η άνοδος των αποδόσεων μειώνει την αγοραία αξία των ήδη εκδομένων ομολόγων και μπορεί να προκαλέσει απώλειες σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Παράλληλα, περιορίζει την αξία των κρατικών τίτλων που χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις σε επενδυτές και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Οι κίνδυνοι ενισχύονται από τις μεγάλες ανάγκες αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους. Όταν οι κυβερνήσεις πρέπει να ανανεώσουν μεγάλο όγκο ομολόγων σε περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται, περιορίζοντας περαιτέρω τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Το ΔΝΤ επισημαίνει επίσης ότι η αυξανόμενη μόχλευση των hedge funds και η συγκέντρωση παρόμοιων επενδυτικών θέσεων μπορούν να εντείνουν τις πιέσεις σε περίπτωση απότομης απομόχλευσης. Σύμφωνα με την έκθεση, το μερίδιο των hedge funds στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αυξήθηκε από περίπου 4% το 2022 σε περίπου 9% το 2025, με σημαντικό μέρος της έκθεσης να συνδέεται με στρατηγικές υψηλής μόχλευσης.
Μια ταυτόχρονη αναστροφή αυτών των θέσεων θα μπορούσε να ενισχύσει τις διακυμάνσεις στις αγορές. Το ΔΝΤ σημειώνει, πάντως, ότι η ρευστότητα έχει διατηρηθεί στις αγορές κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, της Ευρώπης και του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ στην Ιαπωνία η εικόνα είναι πιο ανησυχητική, καθώς η ρευστότητα έχει επιδεινωθεί εν μέσω αυξημένης μεταβλητότητας των αποδόσεων.
Η χρηματοδότηση των επενδύσεων για την τεχνητή νοημοσύνη
Ένας πρόσθετος παράγοντας πίεσης είναι η ταχεία αύξηση του δανεισμού των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας για τη χρηματοδότηση των επενδύσεών τους στην τεχνητή νοημοσύνη.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το μερίδιο των μεγάλων εταιρειών υποδομών cloud και τεχνητής νοημοσύνης στις παγκόσμιες εκδόσεις εταιρικών ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας έχει αυξηθεί στο 10%, από λιγότερο από 1% το 2024. Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει την αυξανόμενη ανάγκη χρηματοδότησης των υποδομών AI, αλλά και τον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται για την προσέλκυση κεφαλαίων.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί και οι εταιρείες που αναπτύσσουν υποδομές τεχνητής νοημοσύνης αντλούν μεγάλα ποσά από τις αγορές χρέους, διεκδικώντας κεφάλαια από την ίδια επενδυτική δεξαμενή στην οποία απευθύνονται και οι κυβερνήσεις για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους.
Το ΔΝΤ διευκρινίζει ότι ο δανεισμός των εταιρειών AI δεν αποτελεί κατ' ανάγκη τον κυρίαρχο παράγοντα πίσω από την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Ωστόσο, η κλίμακα των εκδόσεων και η αυξανόμενη ανάγκη χρηματοδότησης δημιουργούν μια νέα παράμετρο για τις αγορές, ιδιαίτερα εάν οι επενδυτές αρχίσουν να αμφισβητούν τις μελλοντικές αποδόσεις των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια διόρθωση στις αποτιμήσεις των εταιρειών AI θα μπορούσε να συμπέσει με αυξημένες πιέσεις στις αγορές ομολόγων, ενισχύοντας τη μεταβλητότητα.
Οι «κυκλικές» συμφωνίες χρηματοδότησης της AI προκαλούν ανησυχία
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το ΔΝΤ στις λεγόμενες «κυκλικές» συμφωνίες χρηματοδότησης μεταξύ εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται για συμφωνίες στις οποίες οι επενδύσεις σε εταιρείες του κλάδου συνδέονται με δεσμεύσεις για μελλοντικές αγορές υπηρεσιών, υπολογιστικής ισχύος ή τσιπ.
Από το 2023, σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει το Ταμείο, 14 δημοσιοποιημένες συμφωνίες διοχέτευσαν περίπου 300 δισ. δολάρια σε μετοχικές επενδύσεις, κυρίως από μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, προς οικονομικά ασθενέστερες εταιρείες AI. Οι συμφωνίες συνοδεύτηκαν από δανεισμό ύψους περίπου 650 δισ. δολαρίων, ενώ οι επενδυτές εξασφάλισαν μελλοντικές δεσμεύσεις εσόδων ύψους 1,4 τρισ. δολαρίων μέσω υπηρεσιών ή παραγγελιών τσιπ.
Το στοιχείο που προβληματίζει το ΔΝΤ είναι ότι οι επενδύσεις και οι προσδοκίες για μελλοντικά έσοδα συνδέονται στενά μεταξύ τους. Εάν η εμπορική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης δεν αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, οι εταιρείες που έχουν λάβει χρηματοδότηση ενδέχεται να δυσκολευτούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, ενώ οι δεσμεύσεις για μελλοντικές αγορές υπηρεσιών μπορεί να μην υλοποιηθούν.
Σε αυτή την περίπτωση, οι απώλειες θα μπορούσαν να εμφανιστούν ταυτόχρονα σε διαφορετικά επίπεδα: στις μετοχικές επενδύσεις, στην εξυπηρέτηση του δανεισμού και στα προσδοκώμενα μελλοντικά έσοδα. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η συγκέντρωση τέτοιων συμφωνιών σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών αυξάνει την έκθεση σε ενδεχόμενα προβλήματα συγκεκριμένων επιχειρήσεων.
Η προειδοποίηση δεν ισοδυναμεί με πρόβλεψη κατάρρευσης της αγοράς AI. Αναδεικνύει, όμως, τον κίνδυνο που δημιουργείται όταν μεγάλα ποσά δανεισμού, επενδύσεων και μελλοντικών εμπορικών δεσμεύσεων εξαρτώνται από την επιτυχία ενός ταχέως αναπτυσσόμενου κλάδου.
Ανάπτυξη με αυξανόμενες ανισορροπίες
Παρά τις δημοσιονομικές πιέσεις, το ΔΝΤ αναθεώρησε οριακά προς τα πάνω την πρόβλεψή του για την παγκόσμια ανάπτυξη το 2026, στο 3,1%, ενώ για το 2027 προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 3,4%. Η ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην επενδυτική δυναμική που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, το Ταμείο προειδοποιεί ότι τα οφέλη δεν κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των οικονομιών. Η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε ολοένα μικρότερο αριθμό χωρών, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου και οι διαφορετικές δυνατότητες αξιοποίησης της AI δημιουργούν αποκλίσεις στις οικονομικές επιδόσεις.
Οι ΗΠΑ αναμένεται να διατηρήσουν ανάπτυξη 2,3% τόσο το 2026 όσο και το 2027. Η Γερμανία αναβαθμίστηκε στο 1,3% για το 2026, με το ΔΝΤ να συνδέει την εξέλιξη με τις αυξημένες επενδύσεις σε υποδομές και άμυνα. Αντίθετα, η ανάπτυξη της Κίνας προβλέπεται να επιβραδυνθεί στο 4,5% το 2026 και στο 4% το 2027, ενώ η Ινδία αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 7% και στα δύο έτη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών